Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

άβροχων

  1. άβροχος, στη γενική του πληθυντικού
  2. άβροχη, στη γενική του πληθυντικού
  3. άβροχο, στη γενική του πληθυντικού