Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σανίδα σανίδες
γενική σανίδας σανίδων
αιτιατική σανίδα σανίδες
κλητική σανίδα σανίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σανίδα < αρχαία ελληνική σανίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σανίδα θηλυκό

  1. παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος
  2. (μεταφορικά) για πολύ λεπτό άνθρωπο ή ειδικά για κοιλιά επίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία