Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σανίδι τα σανίδια
      γενική του σανιδιού των σανιδιών
    αιτιατική το σανίδι τα σανίδια
     κλητική σανίδι σανίδια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σανίδι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σανίδι ουδέτερο

  1. η σανίδα
  2. (θέατρο) η σκηνή του θεάτρου
    • ανέβηκε για πρώτη φορά στο σανίδι: έπαιξε για πρώτη φορά σε θεατρικό έργο
  3. (ιδιωματικό): η αυλακιά ποτίσματος σε χωράφι (στη κρητική διάλεκτο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία