Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίνω < αρχαία ελληνική πίνω. Για την έννοια καπνίζω, (σημασιολογικό δάνειο) τουρκική içmek[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

πίνω

  1. βάζω υγρό στο στόμα με σκοπό να καταλήξει στο στομάχι
    πιες το γάλα σου
    θα πιεις καφέ;
  2. κρατώ υγρό στο εσωτερικό μου, απορροφώ
    το περιβόλι χρειάζεται να πιει πολύ νερό λόγω του καύσωνα
  3. κάνω χρήση χαπιών ή άλλου φαρμάκου
    να πιεις αντιπυρετικό για να πέσει ο πυρετός
  4. (αργκό) καπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό
    βάλε μου να πιω
  5. είμαι πότης, έχω εθιστεί στο αλκοόλ
    το πάθος του να πίνει τον κατέστρεψε
  6. κάνω πρόποση
    ας πιούμε στην υγεία του εορτάζοντα
  7. πίνεται;: είναι κατάλληλο ή ευχάριστο για να το πει κάποιος
    μου έφερε ένα κρασί που πίνεται σαν κονιάκ
  8. πιωμένος: μεθυσμένος
    γυρνούσε αργά τη νύχτα πιωμένος, αλλά τώρα δεν το κάνει πια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • να τον / την πιεις στο ποτήρι: όμορφος νέος / όμορφη νέα
  • πίνω νερό στο όνομα κάποιου: έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον
  • πίνω το αμίλητο νερό: δε μιλάω
  • πίνω το αίμα (κάποιου): εκμεταλλεύομαι κάποιον χωρίς οίκτο
  • πίνω πικρό ποτηρι: καταβάλλομαι από αίσθημα δυσαρέσκειας λόγω αρνητικής κατάστασης
  • τι πίνεις;: ποιο είναι το αγαπημένο σου ποτό;ποιο ποτο σου αρεσει να πινεις
  • τόν ήπιαμε: δεχθήκαμε αρνητικό αποτέλεσμα από μιάν κατάσταση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • παθητικοί τύποι, κυρίως στον: ενεστώτα: πίνομαι και παρατατικό: πινόμουν, μετοχή παρακειμένου: πιωμένος. Ο Τριανταφυλλίδης, αναφέρει παθητικό αόριστο (δημοτική): πιώθηκα[2]

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «πίνω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Τριανταφυλλίδης, Μανόλης. (1941) Νεοελληνική Γραμματική της Δημοτικής. §968. Κατάλογος ανώμαλων ρημάτων.

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας πίνω πίνομαι
Παρατατικός ἔπινον & πίνεσκον (ιωνικός) ἐπινόμην
Μέλλοντας πίομαι & πιοῦμαι ποθήσομαι
Αόριστος ἔπιον ἐπόθην
Παρακείμενος πέπωκα πέπομαι
Υπερσυντέλικος ἐπεπώκειν ἐπεπόμην
Συντελ.Μέλλ. πεπωκώς ἔσομαι -


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh-, συγγενές με τη λατινική poto

  ΡήμαΕπεξεργασία

πίνω

  1. πίνω
  2. καταπίνω, απορροφώ

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία