Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

trinki < αγγλική drink, γερμανική trinken

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρήμα trinki
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας trinkas trinkanta trinkata
αόριστος trinkis trinkinta trinkita
μέλλοντας trinkos trinkonta trinkota
υποθετική trinkus - -
προστακτική trinku - -

trinki (eo)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία