Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάπι τα χάπια
      γενική του χαπιού των χαπιών
    αιτιατική το χάπι τα χάπια
     κλητική χάπι χάπια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάπι < (άμεσο δάνειο) τουρκική hap + < αραβική ḥabb < ρίζα ح ب ب‎ (ḥ-b-b)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάπι ουδέτερο

  1. (φαρμακευτική) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χορηγείται από το στόμα, σε συμπυκνωμένη και στερεά μορφή και σε μικρό μέγεθος ώστε να είναι εύκολο στην κατάποση
  2. (ειδικότερα) το αντισυλληπτικό (χάπι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • χρυσώνω το χάπι: παρουσιάζω κάτι δυσάρεστο και αναπόφευκτο ως θετικό και ευχάριστο
  • τα χάπια μου!: επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει σε σχήμα υπερβολής ότι ο ομιλητής είναι πάρα πολύ εκνευρισμένος, τσαντισμένος, θυμωμένος και χρειάζεται ηρεμιστικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία