Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

hap < μεσοαγγλική hap, happe

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hap

  • απρόσμενο περιστατικό, ξαφνικό συμβάν

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης: håp

Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hap (tr)