ενεστώτας happen
γ΄ ενικό ενεστώτα happens
αόριστος happened
παθητική μετοχή happened
ενεργητική μετοχή happening

  Ετυμολογία

επεξεργασία
happen < < (κληρονομημένο) μέση αγγλική happenen < hap / happe + en < παλαιά νορβηγική happ < πρωτογερμανική **hampijaną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kob- (καλοτυχία, επιτυχία)

happen (en)

  1. (αμετάβατο) συμβαίνει, γίνομαι
    What happened next?
    Τι συνέβη/έγινε μετά;
    Tell me all that happened between you.
    Πες μου όλα όσα συνέβησαν μεταξύ σας.
    It happened like this.
    Συνέβη/Έγινε ως εξής.
    What has happened to her?
    Τι της έχει συμβεί;
    This happens rarely/often.
    Αυτό συμβαίνει σπάνια/συχνά.
    How did the accident happen?
    Πώς έγινε το ατύχημα;
    Examinations won’t happen this year.
    Δε θα γίνουν εξετάσεις φέτος.
     συνώνυμα:  come, come about, go on, occur και take place
  2. (μεταβατικό) συμβαίνει να, είμαι ή κάνω κάτι τυχαία
    I happened to meet him.
    Συνέβη να τον συναντήσω.
    It just so happens that I need money.
    Συμβαίνει να έχω ανάγκη χρημάτων.

Παράγωγα

επεξεργασία