Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

τυχαίνω

  1. (στο γ΄ πρόσωπο) συμβαίνει κάτι κατά τύχη
    έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα
    σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα
  2. αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης
    τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία