Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φαρμακευτικός η φαρμακευτική το φαρμακευτικό
      γενική του φαρμακευτικού της φαρμακευτικής του φαρμακευτικού
    αιτιατική τον φαρμακευτικό τη φαρμακευτική το φαρμακευτικό
     κλητική φαρμακευτικέ φαρμακευτική φαρμακευτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φαρμακευτικοί οι φαρμακευτικές τα φαρμακευτικά
      γενική των φαρμακευτικών των φαρμακευτικών των φαρμακευτικών
    αιτιατική τους φαρμακευτικούς τις φαρμακευτικές τα φαρμακευτικά
     κλητική φαρμακευτικοί φαρμακευτικές φαρμακευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φαρμακευτικός < φαρμακεύω < φάρμακον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φαρμακευτικός

  1. σχετικός με φάρμακα
  2. σχετικός με τη φαρμακευτική

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία