Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόσις < αρχαία ελληνική πόσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόσις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πόσις πόσεις
Γενική πόσιος -
Δοτική πόσει/πόσει -
Αιτιατική πόσιν πόσιας
Κλητική πόσι/πόσις πόσεις


  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

  1. πόσις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pótis (κύριος, ιδιοκτήτης, σύζυγος). Συγγενές με τη λατινική potis και τη σανσκριτική पति (pátis).
  2. πόσις < πίνω

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πόσις αρσενικό (& ποιητικός τύπος πόσσις)

  • σύζυγος
    ※  καὶ σοὶ μέν, πόσι,/γυναῖκ᾽ ἀρίστην ἔστι κομπάσαι λαβεῖν (Εὐριπίδης, Ἄλκιστις, 323-324)
    Κι εσύ, σύζυγε, μπορείς να παινευτείς πως έλαβες γυναίκα άριστη
    ※  (σπάνια στον πεζό λόγο) μέρη οἰκίας δεσπότης καὶ δοῦλος, καὶ πόσις καὶ ἄλοχος, καὶ πατὴρ καὶ τέκνα (Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, 1.1253b5)
    τα μέρη ενός οίκου είναι ο κύριος κι ο δούλος, ο σύζυγος και η σύζυγος, ο πατέρας και τα παιδιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πόσις -
Γενική πόσιος/πόσεως -
Δοτική πόσει/πόσι -
Αιτιατική - -
Κλητική - -


  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πόσις θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία