Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμπόσιο συμπόσια
γενική συμποσίου συμποσίων
αιτιατική συμπόσιο συμπόσια
κλητική συμπόσιο συμπόσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συμπόσιο < αρχαία ελληνική συμπόσιον < σύν + πόσις < πίνω (3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική symposium)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συμπόσιο ουδέτερο

  1. (στην αρχαιότητα) συνάντηση σε κάποιο σπίτι που περιλάμβανε συχνά, εκτός από το φαγητό και την οινοποσία, ψυχαγωγικά θεάματα και συζήτηση για κάποιο φιλοσοφικό θέμα
  2. (επίσημο) γεύμα με πληθώρα συνδαιτυμόνων και ποικιλία φαγητών, επ’ ευκαιρία κάποιου σημαντικού ευχάριστου γεγονότος
  3. επιστημονική συνάντηση ειδικών σε κάποιο θέμα, συνέδριο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία