Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποικιλία οι ποικιλίες
      γενική της ποικιλίας των ποικιλιών
    αιτιατική την ποικιλία τις ποικιλίες
     κλητική ποικιλία ποικιλίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποικιλία < αρχαία ελληνική ποικιλία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποικιλία θηλυκό

  1. πολλά και, κυρίως, διαφορετικά πράγματα ή είδη ή μορφές κλπ.
    στο κατάστημά μας θα βρείτε τη μεγαλύτερη ποικιλία από έπιπλα
    το καλοκαίρι βλέπεις στις παραλίες μια ποικιλία ανθρώπων
  2. γενική ονομασία για πιάτο που σερβίρεται με διάφορους μεζέδες, συνήθως σαν συνοδευτικό ποτού
    παραγγείλαμε μια ποικιλία για τρία άτομα
  3. (βοτανική) υποδιαίρεση είδους
    φέτος φυτέψαμε μια ιταλική ποικιλία ντομάτας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποικιλία < ποικίλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποικιλία θηλυκό

  1. το κέντημα
  2. η ύπαρξη διαφορετικών χρωμάτων