Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κέντημα κεντήματα
γενική κεντήματος κεντημάτων
αιτιατική κέντημα κεντήματα
κλητική κέντημα κεντήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέντημα < κεντώ + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέντημα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του κεντώ
    • η διαδικασία διακόσμησης ενός υφάσματος με σχέδια η οποία γίνεται με βελόνα και κλωστή κεντήματος
    • η δημιουργία πλεκτού εργόχειρου με βελονάκι για κέντημα και ψιλή κλωστή
  2. (κατ’ επέκταση) το τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο
  3. (μεταφορικά) πάρα πολύ καλή δουλειά
  4. (μεταφορικά) κάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει
  5. το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κέντημα < κεντώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κέντημα ουδέτερο

  1. πληγή