Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κεντιά οι κεντιές
      γενική της κεντιάς των κεντιών
    αιτιατική την κεντιά τις κεντιές
     κλητική κεντιά κεντιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεντιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεντιά θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία