Δείτε επίσης: γεῦμα

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεύμα τα γεύματα
      γενική του γεύματος των γευμάτων
    αιτιατική το γεύμα τα γεύματα
     κλητική γεύμα γεύματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεύμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεῦμα (γεύση, τροφή). Συγκρίνετε με τα γιόμα, γέμα.[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʝev.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γεύ‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεύμα ουδέτερο

  1. η τροφή που καταναλώνει κάποιος σε τακτά διαστήματα της ημέρας
    οι διαιτολόγοι λένε ότι είναι απαραίτητα τρία γεύματα την ημέρα
  2. η διαδικασία της παράθεσης γεύματος
    το χριστουγεννιάτικο γεύμα ήταν μια ολόκληρη ιεροτελεστία
  3. (επίσημο) το μεσημεριανό φαγητό σε επίσημη συνεστίαση
    → δείτε και τη λέξη δείπνο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

(δημοτική)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
γευμ- 

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία