Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /koˈmi.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

comida (es) (κομίδα) θηλυκό

  1. το φαγητό
  2. η γεύμα

Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
comida comidas

comida (pt) θηλυκό