Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γευστικός η γευστική το γευστικό
      γενική του γευστικού της γευστικής του γευστικού
    αιτιατική τον γευστικό τη γευστική το γευστικό
     κλητική γευστικέ γευστική γευστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γευστικοί οι γευστικές τα γευστικά
      γενική των γευστικών των γευστικών των γευστικών
    αιτιατική τους γευστικούς τις γευστικές τα γευστικά
     κλητική γευστικοί γευστικές γευστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γευστικός < αρχαία ελληνική γευστικός < γεῦσις

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γευστικός

  1. σχετικός με τη γεύση
  2. (ειδικότερα) που έχει ευχάριστη γεύση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία