Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρόγευμα τα προγεύματα
      γενική του προγεύματος των προγευμάτων
    αιτιατική το πρόγευμα τα προγεύματα
     κλητική πρόγευμα προγεύματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόγευμα < μεσαιωνική ελληνική πρόγευμα < πρό + γεύμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾo.ʝεv.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόγευμα ουδέτερο

  1. το πρωινό γεύμα
     συνώνυμα: πρωινό
  2. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παίρνεται το πρόγευμα(1) καθώς και η όλη διαδικασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία