Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρονικό χρονικά
γενική χρονικού χρονικών
αιτιατική χρονικό χρονικά
κλητική χρονικό χρονικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονικό < αρχαία ελληνική χρονικόν < ουδέτερο του επιθέτου χρονικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρονικό ουδέτερο

  1. γραπτή αφήγηση γεγονότων κατά χρονολογική σειρά
    • το χρονικό της ζωής μου
    • το χρονικό μιας επιτυχημένης πορείας στο διάστημα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στα χρονικά: για να δοθεί με έμφαση ότι κάτι είναι πρωτοφανές
    Ο πιο ζεστός Ιούλιος στα χρονικά! (δηλαδή ο πιο ζεστός που καταγράφηκε ποτέ)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

χρονικό