Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδιοκτήτης οι ιδιοκτήτες
      γενική του ιδιοκτήτη των ιδιοκτητών
    αιτιατική τον ιδιοκτήτη τους ιδιοκτήτες
     κλητική ιδιοκτήτη ιδιοκτήτες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιοκτήτης < ίδιος + κτώμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδιοκτήτης αρσενικό (θηλυκό: ιδιοκτήτρια)

είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος και ενός αυτοκινήτου
ο νέος ιδιοκτήτης της ΠΑΕ θα αλλάξει τον προπονητή
οι ιδιοκτήτες δούλων στην αρχαιότητα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία