Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αέριος η αέρια το αέριο
      γενική του αέριου της αέριας του αέριου
    αιτιατική τον αέριο την αέρια το αέριο
     κλητική αέριε αέρια αέριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αέριοι οι αέριες τα αέρια
      γενική των αέριων των αέριων των αέριων
    αιτιατική τους αέριους τις αέριες τα αέρια
     κλητική αέριοι αέριες αέρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αέριος < αρχαία ελληνική ἀέριος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αέριος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται στην τρίτη από τις καταστάσεις της ύλης, που δεν είναι ούτε στερεός ούτε υγρός.
    σύστημα παροχής αέριου οξυγόνου
  2. που αποτελείται από αέρα.
    ψυχρές αέριες μάζες κινούνται προς τη δυτική Ελλάδα
  3. το ουδέτερο ως ουσ: Το αέριο → δείτε τη λέξη .

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία