Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική στεγνός στεγνή στεγνό
γενική στεγνού στεγνής στεγνού
αιτιατική στεγνό στεγνή στεγνό
κλητική στεγνέ στεγνή στεγνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στεγνοί στεγνές στεγνά
γενική στεγνών στεγνών στεγνών
αιτιατική στεγνούς στεγνές στεγνά
κλητική στεγνοί στεγνές στεγνά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στεγνός < αρχαία ελληνική στεγνός (σε ορισμένες σημασίες: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sec)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

στεγνός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί
     αντώνυμα: βρεγμένος
  2. που του λείπουν υγρά
     συνώνυμα: αφυδατωμένος
     αντώνυμα: ενυδατωμένος
  3. (μεταφορικά) αδυνατισμένος, αποστεωμένος
  4. (μεταφορικά) (λογοτεχνικό) που δεν είναι γλαφυρός
     αντώνυμα: γλαφυρός
  5. (μεταφορικά) χωρίς συναίσθημα
  6. (μεταφορικά) αχρήματος, αδέκαρος
  7. (μεταφορικά) που δεν έχει πιει καθόλου
     συνώνυμα: άπιωτος, (αμέθυστος)
     αντώνυμα: πιωμένος, (μεθυσμένος)
  8. (μεταφορικά) που δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων
  9. (ουσιαστικοποιημένο) (ναυτικός όρος) (λαϊκότροπο) τα στεγνά: το μέρος ενός πλεούμενου που (υπό φυσιολογικές συνθήκες) δεν έρχεται σε επαφή με το νερό
     αντώνυμα: βρεχάμενα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία