Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλαφυρός η γλαφυρή το γλαφυρό
      γενική του γλαφυρού της γλαφυρής του γλαφυρού
    αιτιατική τον γλαφυρό τη γλαφυρή το γλαφυρό
     κλητική γλαφυρέ γλαφυρή γλαφυρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλαφυροί οι γλαφυρές τα γλαφυρά
      γενική των γλαφυρών των γλαφυρών των γλαφυρών
    αιτιατική τους γλαφυρούς τις γλαφυρές τα γλαφυρά
     κλητική γλαφυροί γλαφυρές γλαφυρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλαφυρός < ελληνιστική κοινή γλαφυρός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣla.fiˈɾos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɣla.fiˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɣla.fiˈɾo/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλαφυρός, -ή, -ό

  1. που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο
    γλαφυρό ύφος
  2. (μεταφορικά) ο ευχάριστος ή εύκολος στην ανάγνωση
    γλαφυρό ύφος (εδώ μεταφορικά, που δεν πληρεί όλα τα προαπαιτούμενα της γλαφυρότητας)
  3. (μεταφορικά) ο ευχάριστος και χαρωπός, ο ενδιαφέρων
    γλαφυρό πνεύμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική γλαφυρός γλαφυρά γλαφυρόν γλαφυροί γλαφυραί γλαφυρά
Γενική γλαφυροῦ γλαφυρᾶς γλαφυροῦ γλαφυρῶν γλαφυρῶν γλαφυρῶν
Δοτική γλαφυρῷ γλαφυρᾷ γλαφυρῷ γλαφυροῖς γλαφυραῖς γλαφυροῖς
Αιτιατική γλαφυρόν γλαφυράν γλαφυρόν γλαφυρούς γλαφυράς γλαφυρά
Κλητική γλαφυρέ γλαφυρά γλαφυρόν γλαφυροί γλαφυραί γλαφυρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική γλαφυρώ γλαφυρά
Γενική-Δοτική γλαφυροῖν γλαφυραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλαφυρός < γλάφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλαφυρός, -ά, -ό

  1. κοίλος
  2. βαθύς
  3. λείος, στιλπνός, καλογυαλισμένος
  4. κομψός
  5. ακριβής