Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εκφραστικός εκφραστική εκφραστικό
γενική εκφραστικού εκφραστικής εκφραστικού
αιτιατική εκφραστικό εκφραστική εκφραστικό
κλητική εκφραστικέ εκφραστική εκφραστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκφραστικοί εκφραστικές εκφραστικά
γενική εκφραστικών εκφραστικών εκφραστικών
αιτιατική εκφραστικούς εκφραστικές εκφραστικά
κλητική εκφραστικοί εκφραστικές εκφραστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκφραστικός < ελληνιστική κοινή ἐκφραστικός [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εκφραστικός, -ή, -ό

  1. που εκδηλώνει συναισθήματα, που εκφράζεται

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία