Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάχανο τα χάχανα
      γενική του χάχανου των χάχανων
    αιτιατική το χάχανο τα χάχανα
     κλητική χάχανο χάχανα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάχανο < < μεσαιωνική ελληνική χάχανο < άλλοι θεωρούν ότι το "χάχανο" σχηματίστηκε ηχομιμητικά το μεσαίωνα και άλλοι θεωρούν ρίζα της λέξης τα συγγενή από την αρχαία ελληνική καγχάζω & κακκάζω & καχάζω & καγχαλάω που είχαν διαμορφωθεί ηχομιμητικά από το χα-χα-χα ή κα-κα-κα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάχανο ουδέτερο

  1. ζωηρό γέλιο
  2. ανόητο γέλιο όχι απαραιτήτως έντονο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία