Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γραμματικός γραμματική γραμματικό
γενική γραμματικού γραμματικής γραμματικού
αιτιατική γραμματικό γραμματική γραμματικό
κλητική γραμματικέ γραμματική γραμματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γραμματικοί γραμματικές γραμματικά
γενική γραμματικών γραμματικών γραμματικών
αιτιατική γραμματικούς γραμματικές γραμματικά
κλητική γραμματικοί γραμματικές γραμματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραμματικός < ελληνιστική κοινή γραμματικός ( εκείνος που γνωρίζει καλά τα γράμματα, που μπορεί να τα διδάξει) < αρχαία ελληνική γράφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραμματικός -ή -ό

  1. που αναφέρεται στη γραμματική
    γραμματικοί κανόνες, γραμματικό γένος
  2. που αναφέρεται κυριολεκτικά ή μεταφορικά σε γράμμα και σε λέξη
    γραμματική ερμηνεία του νόμου είναι η κατά γράμμα ερμηνεία του, η κατ' άλλους η αυστηρή και κατ' άλλους η απόλυτα σωστή, επειδή ακριβώς μένει στο τυπικό και δεν παρεκκλίνει σε υποκειμενικές εκτιμήσεις
  3. η μορφή που μπορει να πάρει μια λέξη
    γραμματικοί τύποι ρημάτων, ουσιαστικών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραμματικός γραμματικοί
γενική γραμματικού γραμματικών
αιτιατική γραμματικό γραμματικούς
κλητική γραμματικέ γραμματικοί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραμματικός αρσενικό

  1. (λαϊκότροπο) ο γραμματέας
  2. ο λόγιος ή επιστήμονας που ασχολείται με τη γραμματική
    Οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί, οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι
  3. (ναυτικός όρος) (αργκό) ο υποπλοίαρχος στα εμπορικά πλοία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία