Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γραμματικός η γραμματική το γραμματικό
      γενική του γραμματικού της γραμματικής του γραμματικού
    αιτιατική τον γραμματικό τη γραμματική το γραμματικό
     κλητική γραμματικέ γραμματική γραμματικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γραμματικοί οι γραμματικές τα γραμματικά
      γενική των γραμματικών των γραμματικών των γραμματικών
    αιτιατική τους γραμματικούς τις γραμματικές τα γραμματικά
     κλητική γραμματικοί γραμματικές γραμματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

γραμματικός < [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραμματικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στα γράμματα και τις γνώσεις
    έχει γραμματικές γνώσεις
  2. που αναφέρεται στη γραμματική
    γραμματικοί κανόνες, γραμματικό γένος
  3. η μορφή που μπορει να πάρει μια λέξη
    γραμματικοί τύποι ρημάτων, ουσιαστικών
  4. που αναφέρεται κυριολεκτικά ή μεταφορικά σε γράμμα και σε λέξη
    γραμματική ερμηνεία του νόμου είναι η κατά γράμμα ερμηνεία του, η κατ' άλλους η αυστηρή και κατ' άλλους η απόλυτα σωστή, επειδή ακριβώς μένει στο τυπικό και δεν παρεκκλίνει σε υποκειμενικές εκτιμήσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γραμματικός οι γραμματικοί
      γενική του γραμματικού των γραμματικών
    αιτιατική τον γραμματικό τους γραμματικούς
     κλητική γραμματικέ γραμματικοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
γραμματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γραμματικός, ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου γραμματικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γραμματικός αρσενικό

  1. (λαϊκότροπο) ο γραμματέας
  2. (φιλολογία, ιστορία) ονομασία των φιλολόγων της Αλεξάνδρειας στην ελληνιστική περίοδο
    οι αλεξανδρινοί γραμματικοί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία