Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ηχομιμητικός η ηχομιμητική το ηχομιμητικό
      γενική του ηχομιμητικού της ηχομιμητικής του ηχομιμητικού
    αιτιατική τον ηχομιμητικό την ηχομιμητική το ηχομιμητικό
     κλητική ηχομιμητικέ ηχομιμητική ηχομιμητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ηχομιμητικοί οι ηχομιμητικές τα ηχομιμητικά
      γενική των ηχομιμητικών των ηχομιμητικών των ηχομιμητικών
    αιτιατική τους ηχομιμητικούς τις ηχομιμητικές τα ηχομιμητικά
     κλητική ηχομιμητικοί ηχομιμητικές ηχομιμητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηχομιμητικός < ηχο- + μιμητικός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική lautnachahmend

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ηχομιμητικός, -ή, -ό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία