Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκφράζομαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος εκφράζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκφράζομαι

  • (για ανθρώπους) χρησιμοποιώ το λόγο κατά ένα ορισμένο τρόπο
    αν και τόσο μικρός, εκφράζεται σαν ώριμος άνθρωπος
  • (για ανθρώπους) εκδηλώνω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, εξωτερικεύω τον εσωτερικό μου κόσμο
    εκφράζομαι παίζοντας μουσική
  • (για σκέψεις, συναισθήματα) αποδίδομαι με τον γραπτό ή προφορικό λόγο
  • (για σκέψεις, συναισθήματα) εκδηλώνομαι, εξωτερικεύομαι
  • (για μεγέθη) αποδίδομαι σε ένα σύστημα μονάδων ή ως συνάρτηση ενός άλλου μεγέθους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία