Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφάζω < αρχαία ελληνική σφάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σφάζω, πρτ.: έσφαζα, στ.μέλλ.: θα σφάξω, αόρ.: έσφαξα, παθ.φωνή: σφάζομαι, μτχ.π.π.: σφαγμένος

  1. σκοτώνω άνθρωπο ή ζώο χρησιμοποιώντας μαχαίρι, συνήθως στο λαιμό
  2. (οικείο) προκαλώ υπερβολικό πόνο σαν μαχαίρωμα
  3. (μεταφορικά) πληγώνω ψυχικά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία