Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ευχάριστος ευχάριστη ευχάριστο
γενική ευχάριστου ευχάριστης ευχάριστου
αιτιατική ευχάριστο ευχάριστη ευχάριστο
κλητική ευχάριστε ευχάριστη ευχάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευχάριστοι ευχάριστες ευχάριστα
γενική ευχάριστων ευχάριστων ευχάριστων
αιτιατική ευχάριστους ευχάριστες ευχάριστα
κλητική ευχάριστοι ευχάριστες ευχάριστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευχάριστος < αρχαία ελληνική εὐχάριστος (ευγνώμων)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛf.ˈxa.ɾi.stɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευχάριστος, -η, -ο

  1. που προκαλεί θετικά συναισθήματα, που προσφέρει ευχαρίστηση, καλός, όμορφος
    περάσαμε ένα ευχάριστο απόγευμα
  2. (για ανθρώπους) που δημιουργεί θετικά συναισθήματα στους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή με την ευγένειά του ή το χιούμορ του κλπ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία