Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευχαρίστως < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ευχαρίστως

  1. (καθαρεύουσα) ευχάριστα
  2. λέγεται για να εκφράσει προθυμία εκπλήρωσης της επιθυμίας κάποιου
     συνώνυμα: μετά χαράς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία