υπερευχαριστημένος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερευχαριστημένος η υπερευχαριστημένη το υπερευχαριστημένο
      γενική του υπερευχαριστημένου της υπερευχαριστημένης του υπερευχαριστημένου
    αιτιατική τον υπερευχαριστημένο την υπερευχαριστημένη το υπερευχαριστημένο
     κλητική υπερευχαριστημένε υπερευχαριστημένη υπερευχαριστημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερευχαριστημένοι οι υπερευχαριστημένες τα υπερευχαριστημένα
      γενική των υπερευχαριστημένων των υπερευχαριστημένων των υπερευχαριστημένων
    αιτιατική τους υπερευχαριστημένους τις υπερευχαριστημένες τα υπερευχαριστημένα
     κλητική υπερευχαριστημένοι υπερευχαριστημένες υπερευχαριστημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερευχαριστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερευχαριστώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

υπερευχαριστημένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία