Δείτε επίσης: γλείφω

  Ετυμολογία

επεξεργασία
γλύφω < αρχαία ελληνική γλύφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ)
(Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ομόηχο γλείφω, ούτε με το επίθετο γλυφός)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈɣli.fo/

γλύφω, παθ.φωνή: γλύφομαι, μτχ.π.π.: γλυμένος

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Σε πολλά λεξικά της νεοελληνικής κοινής δεν υπάρχει ως νεότερος τύπος.
    Ως νεότερος τύπος, στο λήμμα γλύφω - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία, .



Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  γλύφω   γλύφομαι 
Παρατατικός  ἔγλυφον   ἐγλυφόμην 
Μέλλοντας  γλύψω   γλύψομαι 
Αόριστος  ἔγλυψα   ἐγλυψάμην 
Παρακείμενος  γέγλυφα   γέγλυμμαι 
Υπερσυντέλικος  ἐγεγλύφειν   ἐγεγλύμμην 
Συντελ.Μέλλ.  γεγλύψομαι 

  Ετυμολογία

επεξεργασία

γλύφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ) (ρίζα γλυφ- συγγενές του γλάφω και στη ρίζα και στην έννοια)

γλύφω, (μέσο-παθητικό γλύφομαι)

  1. λαξεύω, σκαλίζω, χαράσσω
  2. καθιστώ κάτι κοίλο
  3. γράφω

Παράγωγα

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία
  • διαφορετικού ετύμου, νεοελληνικό γλείφω