Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανάγλυφος ανάγλυφη ανάγλυφο
γενική ανάγλυφου ανάγλυφης ανάγλυφου
αιτιατική ανάγλυφο ανάγλυφη ανάγλυφο
κλητική ανάγλυφε ανάγλυφη ανάγλυφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάγλυφοι ανάγλυφες ανάγλυφα
γενική ανάγλυφων ανάγλυφων ανάγλυφων
αιτιατική ανάγλυφους ανάγλυφες ανάγλυφα
κλητική ανάγλυφοι ανάγλυφες ανάγλυφα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάγλυφος < αναγλύφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανάγλυφος

  1. σκαλισμένος έτσι ώστε να εξέχει από την επιφάνεια
  2. (μτφ.) ο πολύ παραστατικός, ο έντονα απεικονιζόμενος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία