Δείτε επίσης: ἐπεξεργάζομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επεξεργάζομαι < αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι < ἐπί + ἐξ + ἐργάζομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

επεξεργάζομαι (αποθετικό)

  1. προσπαθώ να δημιουργήσω κάτι ή το διορθώνω δημιουργικά τροποποιώντας το και προσπαθώντας να το βελτιώσω
  2. κατεργάζομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία