Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tʁa.va.je/
travailler 

  ΡήμαΕπεξεργασία

travailler (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη travail