Arrows blue.png Δείτε επίσης: tas

Τουρκικά (tr) Edit

 
Taşlar
Οι πέτρες

  Ετυμολογία Edit

taş < οθωμανικά τουρκικά طاش (taş: πέτρα) < πρωτοτουρκική *diāĺ: πέτρα

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /tɑʃ/

  ΟυσιαστικόEdit

taş (tr)

  1. η πέτρα
  2. (μεταφορικά) το αρχίδι

ΚλίσηEdit