Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πετροβολισμός οι πετροβολισμοί
      γενική του πετροβολισμού των πετροβολισμών
    αιτιατική τον πετροβολισμό τους πετροβολισμούς
     κλητική πετροβολισμέ πετροβολισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πετροβολισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πετροβολισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία