Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τοπικός η τοπική το τοπικό
      γενική του τοπικού της τοπικής του τοπικού
    αιτιατική τον τοπικό την τοπική το τοπικό
     κλητική τοπικέ τοπική τοπικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τοπικοί οι τοπικές τα τοπικά
      γενική των τοπικών των τοπικών των τοπικών
    αιτιατική τους τοπικούς τις τοπικές τα τοπικά
     κλητική τοπικοί τοπικές τοπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοπικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τοπικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική local
(για το μέρος του σώματος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική topique < αρχαία ελληνική τοπικός[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /to.piˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: το‐πι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τοπικός

  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο
    τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο
    τοπικά καιρικά φαινόμενα
  3. που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
  4. που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος
    τοπική αναισθησία
  5. (γραμματική) που αφορά έναν τόπο
    τοπική αντωνυμία
  6. (πληροφορική) local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία