Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ξερότοπος οι ξερότοποι
      γενική του ξερότοπου των ξερότοπων
    αιτιατική τον ξερότοπο τους ξερότοπους
     κλητική ξερότοπε ξερότοποι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξερότοπος < ξερός + τόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξερότοπος αρσενικό

  1. άγονο μέρος, χωρίς βλάστηση και πιθανόν με λίγο νερό, όχι όμως και έρημος
    Η Κόλαση λέγουν πως είναι φοβερός και τρομερός ξερότοπος. Εκεί ποτέ δεν βρέχει, χλόη δεν φυτρώνει, πουλί πετάμενο δεν διαβαίνει (Λόγια της Πλώρης, Καρκαβίτσας)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία