Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λασπότοπος < λάσπη + τόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λασπότοπος αρσενικό

  1. τόπος γεμάτος λάσπη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία