Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απαρατήρητος < α- στερητικό + παρατηρώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απαρατήρητος -η -ο

  1. που δεν τον έχει δει κανείς, δεν τον έχει παρατηρήσει
  2. που δεν τον προσέχει κανείς, δεν του δίνει σημασία
    μια τέτοια γυναίκα δεν περνάει απαρατήρητη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία