Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. τηρώ < αρχαία ελληνική τηρέω
  2. τηρώ < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική τηρέω που μεταπλάστηκε κατά τα ρήματα σε -άω

  Ρήμα 1Επεξεργασία

τηρώ

  1. (για νόμους, κανόνες, όρους, συνήθειες κλπ) κρατώ, εφαρμόζω, συμμορφώνομαι με
    τηρεί τους νόμους, είναι νομοταγής
  2. επιβλέπω την εφαρμογή (νόμων)
    δύο αστυνομικοί τηρούσαν την τάξη
  3. (για βιβλία καταγραφής) κρατώ, έχω και συμπληρώνω τακτικά
    κάθε επιχείρηση υποχρεούται να τηρεί λογιστικά βιβλία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρήμα 2Επεξεργασία

τηρώ και τηράω

  1. κοιτώ