Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόσχημα προσχήματα
γενική προσχήματος προσχημάτων
αιτιατική πρόσχημα προσχήματα
κλητική πρόσχημα προσχήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόσχημα < αρχαία ελληνική πρόσχημα (κάλυμμα) < προέχω < ἔχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seǵʰ-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόσχημα ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία