Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντηρώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

συντηρώ

  1. διατηρώ ένα αντικείμενο (πχ τρόφιμα ή μηχανή) σε καλή κατάσταση
    εξειδικευμένοι τεχνίτες της εταιρείας μας συντηρούν και επισκευάζουν το αυτοκίνητό σας
  2. ενεργώ έτσι ώστε ένα φαινόμενο να συνεχίσει να εκδηλώνεται
    οι τελευταίες φήμες συντηρούν το κλίμα του τρόμου
  3. ξοδεύω χρήματα για τη διαβίωση ενός άλλου ανθρώπου
    είναι άνεργος και τον συντηρεί η γυναίκα του
  4. ξοδεύω χρήματα για να διατηρώ σε καλή κατάσταση ένα πράγμα
    για να μπορείς να συντηρείς ένα τέτοιο σπίτι, πρέπει να είσαι πλούσιος

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία