Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συντηρητικός η συντηρητική το συντηρητικό
      γενική του συντηρητικού της συντηρητικής του συντηρητικού
    αιτιατική τον συντηρητικό τη συντηρητική το συντηρητικό
     κλητική συντηρητικέ συντηρητική συντηρητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συντηρητικοί οι συντηρητικές τα συντηρητικά
      γενική των συντηρητικών των συντηρητικών των συντηρητικών
    αιτιατική τους συντηρητικούς τις συντηρητικές τα συντηρητικά
     κλητική συντηρητικοί συντηρητικές συντηρητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντηρητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συντηρητικός[1] < αρχαία ελληνική συντηρέω, συντηρῶ + -ικός < σύν + τηρέω, τηρῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αοριστικό θέμα τήρη(σα) < τηρώ + -τικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sin.di.ɾi.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐ντη‐ρη‐τι‐κός
παλιότερος συλλαβισμός: συν‐τη‐ρη‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συντηρητικός, -ή, -ό

  1. (για άνθρωπο) που δεν αγαπά τους νεωτερισμούς
  2. (πολιτική) που αντίκειται στις αλλαγές, που υποστηρίζει το κατεστημένο, που (για τα αντίπαλα κόμματα) αντίκειται στην πρόοδο, στην ανανέωση
    Είναι συντηρητικό κόμμα.
    Στο συνέδριο του κόμματος υπερίσχυσαν οι πιο συντηρητικές τάσεις και οι ανανεωτές βγήκαν χαμένοι.
     αντώνυμα: προοδευτικός, ριζοσπάστης
  3. που υπολογίζει τις κινήσεις του με μεγάλη προσοχή και δεν θέλει να εκτίθεται σε κινδύνους
  4. (νομική) που αποσκοπεί στην προστασία του δανειστή
    συντηρητική κατάσχεση
  5. (ιατρική) που γίνεται με χορήγηση φαρμάκων και όχι με χειρουργική επέμβαση
    συντηρητική θεραπεία
  6. (χημεία τροφίμων, συχνότερα ως ουσιαστικό στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη συντηρητικά για ουσίες που βοηθούν στην συντήρηση των τροφίμων και συμβάλλουν στη μη αλλοίωσή τους
    Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά
  7. (ιδεολογία) εναντίωση στις απελευθερωτικές τάσεις και ενίσχυση του αισθήματος ικανοποίησης της υπάρχουσας στασιμότητας.
  8. (φυσική) που δεν εξαρτάται από τη διαδρομή ενός σώματος αλλά από την ενέργεια στην αρχική και τελική του κατάσταση
    συντηρητική δύναμη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία