Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανανέωση οι ανανεώσεις
      γενική της ανανέωσης* των ανανεώσεων
    αιτιατική την ανανέωση τις ανανεώσεις
     κλητική ανανέωση ανανεώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, ανανεώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανανέωση < αρχαία ελληνική ἀνανέωσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανανέωση θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος μόνον για υλικά)

  1. το ξανάνιωμα, η νέα ζωντάνια
    Ο αέρας του βουνού σε ανανεώνει
  2. η επιβεβαίωση μιας υπόσχεσης εκ νέου, σε συμπεφωνημένα τακτά χρονικά διαστήματα, η παράταση
    Δεν κάναμε ακόμα ανανέωση στο συμβόλαιο του σπιτιού
    Το διαβατήριο/η άδεια οδηγησης/το συμβόλαιο της ασφαλιστικής χρειάζεται ανανέωση
  3. αντικατάσταση του παλιού με ένα νέο, φρέσκο, καινούργιο, μοντέρνο
    Ανοιξε τα παράθυρα γιατί ο αέρας εδώ μέσα χρειάζεται και λίγη ανανέωση με τόσα τσιγάρα που καπνίζουμε
    Το σαλόνι χρειάζεται ανανέωση. Μόλις βρούμε λεφτά να βάλουμε ένα πιο μοντέρνο καναπέ, να πάρουμε άλλο χαλί και να πετάξουμε επιτέλους τον πίνακα που νόμιζες στα νιάτα μας ότι ήταν ευκαιρία στο Μοναστηράκι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία