Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

conservateur < λατινική conservator

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
conservateur conservateurs

conservateur (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) o φύλακας, o φρουρός στην υπηρεσία κάποιου
  2. (χημεία) το συντηρητικό (π.χ. για έναν χυμό)
  3. το τμήμα ενός ψυγείου όπου διατηρούνται για πολύ καιρό τα τρόφιμα, ο καταψύκτης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό conservateur conservateurs
θηλυκό conservatrice conservatrices

conservateur (fr)

  1. (πολιτική) συντηρητικός
     αντώνυμα: novateur, progressiste, révolutionnaire

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία