Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φρουρός οι φρουροί
      γενική του φρουρού των φρουρών
    αιτιατική τον φρουρό τους φρουρούς
     κλητική φρουρέ φρουροί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρουρός < αρχαία ελληνική φρουρός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɾu.ˈɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φρουρός αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο που φρουρεί κάποιον ή κάτι
    ο φρουρός κατάφερε να ακινητοποιήσει τους ληστές
    Περνάει ο στρατός, της Ελλάδος φρουρός (εμβατήριο)
    φρουρός στο στρατό, στα αστυνομικά τμήματα, στις φυλακές, ειδικός φρουρός (ένστολος δημόσιος υπάλληλος με ειδική εκπαίδευση και άδεια οπλοφορίας)
    φρουρός σε τράπεζες, πολυκαταστήματα (ιδιωτικός υπάλληλος με περιορισμένες αρμοδιότητες και χωρίς άδεια οπλοφορίας)
  2. (μεταφορικά) πρόσωπο που προστατεύει ή υπερασπίζεται κάτι
    ήταν πάντα φρουρός της ελεύθερης έκφρασης
    Ο φρουρός της καρδιάς μου (μυθ. της Φρανσουάζ Σαγκάν)
    Σε θέλω στο πλευρό μου, ακοίμητο φρουρό μου, με το φιλί με το σπαθί... (Ελ. Αρβανιτάκη, στίχοι Μιχάλη Γκανά)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρουρός < προορός < προοράω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φρουρός

  • που φρουρεί, φυλάσσει
  • φρουροὺς ἐγκατέλιπον : άφησαν φρουρά (στις Πλαταιές) (Θουκ. Πελ. Πόλ. Βιβλίο 2, 6)
  • τοὺς φύλακας οἷον φρουρούς (Αριστ. Πολιτ.)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία